φυσικοχημικός

φυσικοχημικός
η , ό[ν] физико-химический

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φυσικοχημικός" в других словарях:

  • φυσικοχημικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φυσικοχημεία («φυσικοχημικές μελέτες») 2. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. ο, η φυσικοχημικός επιστήμονας ειδικευμένος στη φυσικοχημεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φυσικοχημεία. Το επίθ. μαρτυρείται από το 1811 στο… …   Dictionary of Greek

  • φυσικοχημικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φυσικοχημεία (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιότοπος — Όρος στη βιογεωγραφία και στην οικολογία για τον προσδιορισμό μιας περιοχής με καθορισμένο περιβάλλον, στην οποία ζουν ένα ή πολλά είδη φυτικών ή ζωικών οργανισμών. Η ζωή των ζώων π.χ. είναι στενά συνδεδεμένη με τον φυτικό κόσμο ενός… …   Dictionary of Greek

  • νέκρωση — Ο θάνατος ενός τμήματος του οργανισμού που μπορεί να αφορά ένα μόνο κύτταρο ή έναν ιστό ή ένα ολόκληρο όργανο. Διακρίνονται: η απλή ν., με εξαφάνιση του πυρήνα και σχετική διατήρηση των άλλων συστατικών του κύτταρου, η ν. με πήξη, εξαιτίας πήξης… …   Dictionary of Greek

  • χημικοφυσικός — ή, ό, Ν (παλ. όρος) 1. φυσικοχημικός 2. το θηλ. ως ουσ. η χημικοφυσική η φυσικοχημεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < χημικός + φυσικός] …   Dictionary of Greek

  • Γκίλμπερτ, Γουόλτερ — (Walter Gilbert, Βοστόνη 1932 –). Αμερικανός φυσικοχημικός. Σπούδασε φυσική και χημεία στο πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και συνέχισε στο ίδιο πανεπιστήμιο τις μεταπτυχιακές σπουδές του. Αργότερα μεταπήδησε στο Κέιμπριτζ, όπου πραγματοποίησε και τη… …   Dictionary of Greek

  • Μακ Μίλαν, Έντουιν Μάτισον — (Edwin Mattison MacMillan, Ρεντόντο Μπιτς, Καλιφόρνια 1907 – 1991). Αμερικανός φυσικοχημικός. Σπούδασε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια. Ανακηρύχτηκε διδάκτορας του πανεπιστημίου του Πρίνστον (1932) και λίγο αργότερα έγινε καθηγητής του… …   Dictionary of Greek

  • Μακμίλαν, Έντουιν Μάτισον — Αμερικανός φυσικοχημικός. Βλ. λ. Μακ Μίλαν, Έντουιν Μάτισον …   Dictionary of Greek

  • Μπέντνορτζ, Γκεόργκ — (Georg Bednorz, Νόιενκιρχεν, Βόρεια Βεστφαλία 1950 ). Γερμανός φυσικοχημικός. Σπούδασε χημεία και κρυσταλλογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μίνστερ. Το 1972 ξεκίνησε ερευνητικό έργο στο τμήμα φυσικής του ερευνητικού εργαστηρίου της ΙΒΜ στην Ζυρίχη,… …   Dictionary of Greek

  • Όστβαλντ, Βίλχελμ — (Wilhelm Ostwald, Ρίγα 1853 – Γκρόσμποτεν 1932). Γερμανός φυσικοχημικός. Υπήρξε καθηγητής στο πολυτεχνείο της Ρίγας και διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικοχημείας του πανεπιστήμιου της Λειψίας. Το 1909 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ χημείας για τις… …   Dictionary of Greek

  • Πιλάτρ ντε Ροζιέ, Φραγκίσκος — (Pilatre de Rosier, 1756 – 1785). Γάλλος φυσικοχημικός και αεροναύτης. Διετέλεσε καθηγητής της φυσικής και της χημείας αλλά παραιτήθηκε και ανέλαβε τη διεύθυνση του φυσικού και χημικού εργαστηρίου του κόμη ντ’ Αρτουά, αδελφού του βασιλιά… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»